μηχανιστικός
•
- που γίνεται ή ερμηνεύεται με τρόπο αυτόματο και τυπικό, χωρίς να αντιμετωπίζονται ιδιαιτερότητες· όπως λειτουργούν οι μηχανές Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με τη θεωρία της μηχανοκρατίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανιστικός < μηχαν(ή) + -ιστικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mécaniste ή mécanistique
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανιστικός | μηχανιστική | μηχανιστικό |
| Γενική | μηχανιστικού | μηχανιστικής | μηχανιστικού |
| Αιτιατική | μηχανιστικό | μηχανιστική | μηχανιστικό |
| Κλητική | μηχανιστικέ | μηχανιστική | μηχανιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανιστικοί | μηχανιστικές | μηχανιστικά |
| Γενική | μηχανιστικών | μηχανιστικών | μηχανιστικών |
| Αιτιατική | μηχανιστικούς | μηχανιστικές | μηχανιστικά |
| Κλητική | μηχανιστικοί | μηχανιστικές | μηχανιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →