Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηχανιστικός

/mi.xa.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται ή ερμηνεύεται με τρόπο αυτόματο και τυπικό, χωρίς να αντιμετωπίζονται ιδιαιτερότητες· όπως λειτουργούν οι μηχανές Βικιλεξικό
  2. που σχετίζεται με τη θεωρία της μηχανοκρατίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηχανιστικός < μηχαν(ή) + -ιστικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mécaniste ή mécanistique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανιστικόςμηχανιστικήμηχανιστικό
Γενικήμηχανιστικούμηχανιστικήςμηχανιστικού
Αιτιατικήμηχανιστικόμηχανιστικήμηχανιστικό
Κλητικήμηχανιστικέμηχανιστικήμηχανιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανιστικοίμηχανιστικέςμηχανιστικά
Γενικήμηχανιστικώνμηχανιστικώνμηχανιστικών
Αιτιατικήμηχανιστικούςμηχανιστικέςμηχανιστικά
Κλητικήμηχανιστικοίμηχανιστικέςμηχανιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →