μικρογραφία
•
- τεχνική παραγωγή ή αναπαραγωγή σε μικρό μέγεθος Βικιλεξικό
- ζωγραφική παράσταση μικρών διαστάσεων, που είτε διακοσμεί σελίδες χειρογράφων είτε έργα ζωγραφικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικρογραφία < μικρο- + -γραφία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρογραφία | μικρογραφίες |
| Γενική | μικρογραφίας | μικρογραφιών |
| Αιτιατική | μικρογραφία | μικρογραφίες |
| Κλητική | μικρογραφία | μικρογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →