μικροπρέπεια
•
- η μικροψυχία, η έλλειψη ανωτερότητας Βικιλεξικό
- ειδικότεραη συμπεριφορά σε άλλον με άκριτη αυστηρότητα ή σχολαστικότητα από έλλειψη γενναιοφροσύνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικροπρέπεια < αρχαία ελληνική μικροπρέπεια < μικροπρεπής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροπρέπεια | μικροπρέπειες |
| Γενική | μικροπρέπειας | μικροπρεπειών |
| Αιτιατική | μικροπρέπεια | μικροπρέπειες |
| Κλητική | μικροπρέπεια | μικροπρέπειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →