μολύβι
•
- γραφική ύληαντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη συνήθως από ξύλο Βικιλεξικό
- (κοσμετολογία) μολύβι για πιο έντονο περίγραμμα σε μάτια ή χείλια
- λαϊκότροποκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μολύβι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μολύβι(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μολύβιον / μολίβιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική μόλυβ(δ)ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μολύβι | μολύβια |
| Γενική | μολυβιού | μολυβιών |
| Αιτιατική | μολύβι | μολύβια |
| Κλητική | μολύβι | μολύβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →