Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μολύβι

/moˈli.vi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραφική ύληαντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη συνήθως από ξύλο Βικιλεξικό
    • (κοσμετολογία) μολύβι για πιο έντονο περίγραμμα σε μάτια ή χείλια
  2. λαϊκότροποκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάκοινή ονομασία του μόλυβδου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μολύβι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μολύβι(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μολύβιον / μολίβιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική μόλυβ(δ)ος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμολύβιμολύβια
Γενικήμολυβιούμολυβιών
Αιτιατικήμολύβιμολύβια
Κλητικήμολύβιμολύβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →