Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μολύνω

/moˈli.no/ρήμα
•
  1. βιολογίαεισάγω σε έναν ζωντανό οργανισμό παθογόνους μικροοργανισμούς Βικιλεξικό
    • Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, εφημερίδα Καθημερινή, 22/08/2023)
  2. συνεκδοχικάρυπαίνω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπροκαλώ αλλοίωση, ηθική ή πνευματική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μολύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μολύνω (λερώνω, βεβηλώνω), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική pollute

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμολύνωμολύνειςμολύνειμολύνουμεμολύνετεμολύνουν / μολύνουνε
Παρατατικόςμολυνόμουνα / μόλυναμολυνόσουνα / μόλυνεςμολυνότανε / μόλυνεμολύναμεμολύνατεμολύναν / μολύνανε / μόλυναν
Αόριστοςμόλυναμόλυνεςμόλυνεμολύναμεμολύνατεμολύναν / μολύνανε / μόλυναν
Μέλλονταςθα μολύνωθα μολύνειςθα μολύνειθα μολύνουμεθα μολύνετεθα μολύνουν / θα μολύνουνε
Παρακείμενοςέχω μολύνειέχεις μολύνειέχει μολύνειέχουμε μολύνειέχετε μολύνειέχουν μολύνει
Υπερσυντέλικοςείχα μολύνειείχες μολύνειείχε μολύνειείχαμε μολύνειείχατε μολύνειείχαν μολύνει
Υποτακτικήνα έχω μολύνει / να μολύνωνα έχεις μολύνει / να μολύνειςνα έχει μολύνει / να μολύνεινα έχουμε μολύνει / να μολύνουμενα έχετε μολύνει / να μολύνετενα έχουν μολύνει / να μολύνουν / να μολύνουνε
Προστακτική—μόλυνε——μολύνετε / μολύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμολύνομαιμολύνεσαιμολύνεταιμολυνόμαστε——
Παρατατικόςμολυνόμουνμολυνόσουνμολυνότανμολυνόμασταν / μολυνόμαστε——
Αόριστοςμολύνθηκα—————
Μέλλονταςθα μολύνομαιθα μολύνεσαιθα μολύνεταιθα μολυνόμαστε——
Υποτακτικήνα μολύνομαινα μολύνεσαινα μολύνεταινα μολυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →