Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοδοσικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για συσκευασίεςνεολογισμός που αναφέρεται πρώτιστα σε φάρμακα, φαρμακευτικά σκευάσματα και εμβόλια: Βικιλεξικό
    • Συσκευασία αδιαφανών κυψελών (PVC/αλουμίνιο). 56, 112, 168 ή 180 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, ή 56 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μονοδοσική συσκευασία (AVANDIA 8MG/TAB BTX28(BLISTERS), «Γαληνός», Οδηγός Φαρμάκων· πρόσβαση: 2021-07-25)
  2. νεολογισμός που αναφέρεται πρώτιστα σε φάρμακα, φαρμακευτικά σκευάσματα και εμβόλια: Βικιλεξικό
    • Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) αναμένεται να γνωμοδοτήσει για το μονοδοσικό εμβόλιο Covid-19 (Τα Νέα (online έκδοση), 26 Φεβρουαρίου 2021· πρόσβαση: 2021-07-25)

Ετυμολογία

μονοδοσικός < μονο- + δόση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοδοσικόςμονοδοσικήμονοδοσικό
Γενικήμονοδοσικούμονοδοσικήςμονοδοσικού
Αιτιατικήμονοδοσικόμονοδοσικήμονοδοσικό
Κλητικήμονοδοσικέμονοδοσικήμονοδοσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοδοσικοίμονοδοσικέςμονοδοσικά
Γενικήμονοδοσικώνμονοδοσικώνμονοδοσικών
Αιτιατικήμονοδοσικούςμονοδοσικέςμονοδοσικά
Κλητικήμονοδοσικοίμονοδοσικέςμονοδοσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →