Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοδρομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με μονόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονοδρομικός < μονόδρομος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοδρομικόςμονοδρομικήμονοδρομικό
Γενικήμονοδρομικούμονοδρομικήςμονοδρομικού
Αιτιατικήμονοδρομικόμονοδρομικήμονοδρομικό
Κλητικήμονοδρομικέμονοδρομικήμονοδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοδρομικοίμονοδρομικέςμονοδρομικά
Γενικήμονοδρομικώνμονοδρομικώνμονοδρομικών
Αιτιατικήμονοδρομικούςμονοδρομικέςμονοδρομικά
Κλητικήμονοδρομικοίμονοδρομικέςμονοδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →