μονοδρομικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με μονόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοδρομικός < μονόδρομος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοδρομικός | μονοδρομική | μονοδρομικό |
| Γενική | μονοδρομικού | μονοδρομικής | μονοδρομικού |
| Αιτιατική | μονοδρομικό | μονοδρομική | μονοδρομικό |
| Κλητική | μονοδρομικέ | μονοδρομική | μονοδρομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοδρομικοί | μονοδρομικές | μονοδρομικά |
| Γενική | μονοδρομικών | μονοδρομικών | μονοδρομικών |
| Αιτιατική | μονοδρομικούς | μονοδρομικές | μονοδρομικά |
| Κλητική | μονοδρομικοί | μονοδρομικές | μονοδρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →