μονοτυπία
•
- τυπογραφική μέθοδος εκτύπωσης που εκτυπώνει με αυτοτελή χωριστά στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοτυπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monotype < αρχαία ελληνική μόνος + τύπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτυπία | μονοτυπίες |
| Γενική | μονοτυπίας | μονοτυπιών |
| Αιτιατική | μονοτυπία | μονοτυπίες |
| Κλητική | μονοτυπία | μονοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →