Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μόνωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένομονωτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονωτικός < ελληνιστική κοινή μονωτικός < αρχαία ελληνική μονόω / μονῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική isolant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονωτικόςμονωτικήμονωτικό
Γενικήμονωτικούμονωτικήςμονωτικού
Αιτιατικήμονωτικόμονωτικήμονωτικό
Κλητικήμονωτικέμονωτικήμονωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονωτικοίμονωτικέςμονωτικά
Γενικήμονωτικώνμονωτικώνμονωτικών
Αιτιατικήμονωτικούςμονωτικέςμονωτικά
Κλητικήμονωτικοίμονωτικέςμονωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →