μονωτικός
•
- που έχει σχέση με τη μόνωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένομονωτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονωτικός < ελληνιστική κοινή μονωτικός < αρχαία ελληνική μονόω / μονῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική isolant)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονωτικός | μονωτική | μονωτικό |
| Γενική | μονωτικού | μονωτικής | μονωτικού |
| Αιτιατική | μονωτικό | μονωτική | μονωτικό |
| Κλητική | μονωτικέ | μονωτική | μονωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονωτικοί | μονωτικές | μονωτικά |
| Γενική | μονωτικών | μονωτικών | μονωτικών |
| Αιτιατική | μονωτικούς | μονωτικές | μονωτικά |
| Κλητική | μονωτικοί | μονωτικές | μονωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →