μονόζυγο
•
- όργανο γυμναστικής με δύο κάθετες στο έδαφος ή το δάπεδο ράβδους, που στηρίζουν μία οριζόντια, απ’ την οποία πιάνεται με τα χέρια ο αθλητής ή αθλούμενος και κάνει έλξεις ή άλλες ασκήσεις Βικιλεξικό
- αθλητισμόςτο σχετικό άθλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονόζυγο < μονό- + ζυγ(ός) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόζυγο | μονόζυγα |
| Γενική | μονόζυγου | μονόζυγων |
| Αιτιατική | μονόζυγο | μονόζυγα |
| Κλητική | μονόζυγο | μονόζυγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →