μορφηματικός
•
- γλωσσολογίαπου σχετίζεται ή αναφέρεται σε μόρφημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μορφηματικός < (μόρφημα, μορφήματα) μορφηματ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μορφηματικός | μορφηματική | μορφηματικό |
| Γενική | μορφηματικού | μορφηματικής | μορφηματικού |
| Αιτιατική | μορφηματικό | μορφηματική | μορφηματικό |
| Κλητική | μορφηματικέ | μορφηματική | μορφηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μορφηματικοί | μορφηματικές | μορφηματικά |
| Γενική | μορφηματικών | μορφηματικών | μορφηματικών |
| Αιτιατική | μορφηματικούς | μορφηματικές | μορφηματικά |
| Κλητική | μορφηματικοί | μορφηματικές | μορφηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →