Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφηματικός

/moɾ.fi.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου σχετίζεται ή αναφέρεται σε μόρφημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μορφηματικός < (μόρφημα, μορφήματα) μορφηματ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμορφηματικόςμορφηματικήμορφηματικό
Γενικήμορφηματικούμορφηματικήςμορφηματικού
Αιτιατικήμορφηματικόμορφηματικήμορφηματικό
Κλητικήμορφηματικέμορφηματικήμορφηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμορφηματικοίμορφηματικέςμορφηματικά
Γενικήμορφηματικώνμορφηματικώνμορφηματικών
Αιτιατικήμορφηματικούςμορφηματικέςμορφηματικά
Κλητικήμορφηματικοίμορφηματικέςμορφηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →