μορφοποίηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μορφοποιώ Βικιλεξικό
- πληροφορικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μορφοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μορφοποίηση < μορφοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μορφοποίηση | μορφοποιήσεις |
| Γενική | μορφοποίησης | μορφοποιήσεων |
| Αιτιατική | μορφοποίηση | μορφοποιήσεις |
| Κλητική | μορφοποίηση | μορφοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →