μορφωτικός
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στη μόρφωση ή που συντελεί σε αυτήν παρέχοντας γνώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μορφωτικός < μόρφωση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μορφωτικός | μορφωτική | μορφωτικό |
| Γενική | μορφωτικού | μορφωτικής | μορφωτικού |
| Αιτιατική | μορφωτικό | μορφωτική | μορφωτικό |
| Κλητική | μορφωτικέ | μορφωτική | μορφωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μορφωτικοί | μορφωτικές | μορφωτικά |
| Γενική | μορφωτικών | μορφωτικών | μορφωτικών |
| Αιτιατική | μορφωτικούς | μορφωτικές | μορφωτικά |
| Κλητική | μορφωτικοί | μορφωτικές | μορφωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →