μορφώνω
•
- δίνω μορφή, σχήμα σε κάτι Βικιλεξικό
- εκπαιδεύω, προάγω πνευματικά και ηθικά Βικιλεξικό
- Ὁ Γερμανὸς διψῶν εὐρυτέρας μαθήσεως καὶ διαφλεγόμενος ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἐγκύψῃ συστηματικώτερον περὶ τὴν μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἰςήχθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μαζαράκη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἔνθα ἐμορφώθη ἐγκυκλοπαιδικώτερον καὶ ἐπεδόθη περὶ τὴν σπουδὴν ὑψηλοτέρων θεολογικῶν μαθημάτων. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Γερμανός Καλλιγάς, μητροπολίτης Αθηνών, 1890)
Ετυμολογία
μορφώνω < αρχαία ελληνική μορφ-όω-ῶ + -ώνω < μορφή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μορφώνω | μορφώνεις | μορφώνει | μορφώνουμε | μορφώνετε | μορφώνουν / μορφώνουνε |
| Παρατατικός | μόρφωνα | μόρφωνες | μόρφωνε | μορφώναμε | μορφώνατε | μορφώναν / μορφώνανε / μόρφωναν |
| Αόριστος | μόρφωσα | μόρφωσες | μόρφωσε | μορφώσαμε | μορφώσατε | μορφώσαν / μορφώσανε / μόρφωσαν |
| Μέλλοντας | θα μορφώνω / θα μορφώσω | θα μορφώνεις / θα μορφώσεις | θα μορφώνει / θα μορφώσει | θα μορφώνουμε / θα μορφώσουμε | θα μορφώνετε / θα μορφώσετε | θα μορφώνουν / θα μορφώνουνε / θα μορφώσουν / θα μορφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μορφώσει | έχεις μορφώσει | έχει μορφώσει | έχουμε μορφώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μορφώσει | είχες μορφώσει | είχε μορφώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μορφώσει / να μορφώνω / να μορφώσω | να έχεις μορφώσει / να μορφώνεις / να μορφώσεις | να έχει μορφώσει / να μορφώνει / να μορφώσει | να έχουμε μορφώσει / να μορφώνουμε / να μορφώσουμε | να μορφώνετε / να μορφώσετε | να μορφώνουν / να μορφώνουνε / να μορφώσουν / να μορφώσουνε |
| Προστακτική | — | μόρφωνε / μόρφωσε | — | — | μορφώνετε / μορφώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μορφώθηκαμορφώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →