μουντζούρα
•
- ο λεκές σκούρου χρώματος από στιλό, μολύβι, μπογιά, κάρβουνο κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουντζούρα < μεσαιωνική ελληνική μουντζούρα < οθωμανική τουρκική موجور (mucur / mıcır) < αρμενική մոծիր (στάχτη, καρβουνόσκονη) < μέση αρμενική մոծիր (mocir) / մոծեր (mocer)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουντζούρα | μουντζούρες |
| Γενική | μουντζούρας | — |
| Αιτιατική | μουντζούρα | μουντζούρες |
| Κλητική | μουντζούρα | μουντζούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →