Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μούλος

/ˈmu.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόμπάσταρδος, νόθος Βικιλεξικό
    • ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, «Ο Τρύφων και η Χρυσόφρυδη», σελ.82, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
    • μοῦλος (πολυτονική γραφή του μούλος) Δε σχετίζεται το μεσαιωνικό μοῦλος.

Ετυμολογία

μούλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική mulo (μουλάρι) + -ς < λατινική mulus. Δείτε και το θηλυκό μούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμούλοςμούλοι
Γενικήμούλουμούλων
Αιτιατικήμούλομούλους
Κλητικήμούλεμούλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →