μούρη
•
- συνήθωςτο ανθρώπινο πρόσωπο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο μπροστά μέρος οχημάτων ή αντικειμένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μούρη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μούρη < ιταλική murri, πληθυντικός αριθμός του murro (διαλεκτικό, μουσούδι) < δημώδης λατινική *murrum (μουσούδα, ρύγχος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούρη | μούρες |
| Γενική | μούρης | — |
| Αιτιατική | μούρη | μούρες |
| Κλητική | μούρη | μούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →