μπάτσος
•
- ένα δυνατό χτύπημα με την παλάμη, το χαστούκι, το ράπισμα Βικιλεξικό
- Πρόσεξε μη φας μπάτσο!
- αργκότο όργανο της τάξης Βικιλεξικό
- Μας την πέσανε οι μπάτσοι.
Ετυμολογία
μπάτσος < μεσαιωνική ελληνική μπάτσος < αρωμουνική batsi, πληθυντικός τού batsă («κόλαφος, ράπισμα») < υστερολατινική battere < λατινική battuere («χτυπώ, κρούω»)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάτσος | μπάτσοι |
| Γενική | μπάτσου | μπάτσων |
| Αιτιατική | μπάτσο | μπάτσους |
| Κλητική | μπάτσε | μπάτσοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →