Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάτσος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ένα δυνατό χτύπημα με την παλάμη, το χαστούκι, το ράπισμα Βικιλεξικό
    • Πρόσεξε μη φας μπάτσο!
  2. αργκότο όργανο της τάξης Βικιλεξικό
    • Μας την πέσανε οι μπάτσοι.

Ετυμολογία

μπάτσος < μεσαιωνική ελληνική μπάτσος < αρωμουνική batsi, πληθυντικός τού batsă («κόλαφος, ράπισμα») < υστερολατινική battere < λατινική battuere («χτυπώ, κρούω»)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάτσοςμπάτσοι
Γενικήμπάτσουμπάτσων
Αιτιατικήμπάτσομπάτσους
Κλητικήμπάτσεμπάτσοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →