Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ράπισμα

/ˈɾa.pi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη απότομη ενέργεια η οποία συνοδεύεται από επιθετικά λόγια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ράπισμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥάπισμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήράπισμαραπίσματα
Γενικήραπίσματοςραπισμάτων
Αιτιατικήράπισμαραπίσματα
Κλητικήράπισμαραπίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →