μπέσα
•
- λόγος τιμής που δίνεται αμοιβαία ως επιβεβαίωση φιλίας, συνεργασίας ή αλληλοβοήθειας Βικιλεξικό
- έδωσαν μπέσα, δηλ. έδωσαν το λόγο τους για αμοιβαία εμπιστοσύνη ή φιλία
- Από πιτσιρίκα σε λέγανε μπαμπέσα, κι έλαχε σε σένα να δώκω λίγη μπέσα (από λαϊκό τραγούδι)
- Ἡ Μπέσα εἶναι οἱονεὶ προφορικὸν συμβόλαιον ἐντελῶς ἀπαραβίαστον παρὰ τοῖς ̓Αλβανοῖς (Παρνασσός: φιλολογικό περιοδικό, τομ. 14, 1891, σελ. 227)
- κατ’ επέκτασηεμπιστοσύνη, αξιοπιστία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπέσα < (άμεσο δάνειο) αλβανική besa, αόριστη μορφή του besë (πίστη, εμπιστοσύνη) < πρωτοαλβανική *baitši < *baidā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeydʰ-. Ομόρριζα: πίστη, πίστις, πείθω, πιστός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπέσα | — |
| Γενική | μπέσας | — |
| Αιτιατική | μπέσα | — |
| Κλητική | μπέσα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →