φρέσκος
•
- για τρόφιμαπου δεν έχει υποστεί έντονη επεξεργασία και δεν έχει διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε συνθήκες συντήρησης, εννοείται χωρίς να έχει αλλοιωθεί η σύστασή του ή η υγιεινή του κατάσταση Βικιλεξικό
- φρέσκο τυρί, γάλα, γιαούρτι, αβγό
- Δέν εἶναι, βέβαια ἀνυπόστατες οἱ ἀναφορές τῶν ταξιδιωτῶν σέ ὁρισμένα πάγια εἴδη διατροφῆς, ὅταν περιγράφουν τό καθημερινό διαιτολόγιο τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν κέντρων: τό φρέσκο ψωμί, τά λαχανικά καί τὰ φροῦτα, οἱ ἐλιές καί τό τυρί, τά παστά ψάρια καί σπανιότερα τά φρέσκα (Σπύρος Ι. Ασδραχτάς, Νίκος Καραπιδάκης, Ελληνική οικονομική ιστορία 15-19ος αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003, σελ. 544)
- για τρόφιμασύμφωνα με διάφορες τροπολογίες ευνοϊκές για τη βιομηχανία τροφίμου φρέσκα χαρακτηρίζονται και προϊόντα που συντηρούνται με διάφορα μέσα χωρίς να είναι κυριολεκτικά φρέσκα Βικιλεξικό
- καινούριος ή πρωτότυπος Βικιλεξικό
- Οι εκδότες θέλουν φρέσκιες ιδέες.
- αναζωογονητικός, καθαρός, δροσερός Βικιλεξικό
- Ήρθε για πρόσληψη μια συμπαθέστατη φρέσκια κοπελίτσα, όλο κέφι για δουλειά, αλλά είχαμε άλλες 50 υποψήφιες...
- αναζωογονημένος Βικιλεξικό
- Ήρθε φρέσκος φρέσκος και με ζάλισε με ιδέες και σχέδια.
Ετυμολογία
φρέσκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική fresco
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φρέσκος | φρέσκη / φρέσκια | φρέσκο |
| Γενική | φρέσκου | φρέσκης / φρέσκιας | φρέσκου |
| Αιτιατική | φρέσκο | φρέσκη / φρέσκια | φρέσκο |
| Κλητική | φρέσκε | φρέσκη / φρέσκια | φρέσκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φρέσκοι | φρέσκες | φρέσκα |
| Γενική | φρέσκων | φρέσκων | φρέσκων |
| Αιτιατική | φρέσκους | φρέσκες | φρέσκα |
| Κλητική | φρέσκοι | φρέσκες | φρέσκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →