Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαμπάς

/baˈbas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικογένειαο πατέρας, άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει Βικιλεξικό
  2. είδος γλυκίσματος, το σαβαρέν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαμπάς < :# Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια (άμεσο δάνειο) τουρκική baba + -ς :# Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη (ηχομιμητική λέξη) (στην παιδική γλώσσα) που παραβάλλεται με το τουρκικό baba, το γαλλικό papa, το όψιμο ελληνιστικό πάππα από τις Γλώσσες του Ησύχιου («προσφώνησις παι(δὸ)ς πρὸς πατέρα»). :Δείτε και τα μεσαιωνικά πάπας και το άκλιτο πάπα, καθώς και το αρχαίο πάππας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαμπάςμπαμπάδες
Γενικήμπαμπάμπαμπάδων
Αιτιατικήμπαμπάμπαμπάδες
Κλητικήμπαμπάμπαμπάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →