μπαμπάς
•
- οικογένειαο πατέρας, άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει Βικιλεξικό
- είδος γλυκίσματος, το σαβαρέν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαμπάς < :# Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια (άμεσο δάνειο) τουρκική baba + -ς :# Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη (ηχομιμητική λέξη) (στην παιδική γλώσσα) που παραβάλλεται με το τουρκικό baba, το γαλλικό papa, το όψιμο ελληνιστικό πάππα από τις Γλώσσες του Ησύχιου («προσφώνησις παι(δὸ)ς πρὸς πατέρα»). :Δείτε και τα μεσαιωνικά πάπας και το άκλιτο πάπα, καθώς και το αρχαίο πάππας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαμπάς | μπαμπάδες |
| Γενική | μπαμπά | μπαμπάδων |
| Αιτιατική | μπαμπά | μπαμπάδες |
| Κλητική | μπαμπά | μπαμπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →