Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαρουτόμυλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαπαραδοσιακός μύλος όπου παράγεται μπαρούτι Βικιλεξικό
    • Ἀκόμη καὶ ἡ πολεμικὴ βιομηχανία τῆς Δημητσάνας, δηλαδὴ οἱ μπαρουτόμυλοι τῶν ἀδελφῶν Σπηλιωτοπούλων, ἦταν κατὰ τὸ μισὸ ἰδιοκτησία τοῦ ̓Αθαν. ̓Αντωνοπούλου, γαμβροῦ τῶν Δεληγιανναίων.

Ετυμολογία

μπαρουτόμυλος < μπαρούτ(ι) + -ό- + μύλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαρουτόμυλοςμπαρουτόμυλοι
Γενικήμπαρουτόμυλουμπαρουτόμυλων
Αιτιατικήμπαρουτόμυλομπαρουτόμυλους
Κλητικήμπαρουτόμυλεμπαρουτόμυλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →