μπεκρής
•
- μειωτικόάνθρωπος που μεθάει πίνοντας αλκοολούχα ποτά Βικιλεξικό
- Κι ένας απένταρος μπεκρής έξω απ’ το ταβερνάκι / συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι.
- Χθες το βράδυ στην ταβέρνα πέθανε ο Περικλής, ο πιο ντερμπεντέρης άντρας κι ο πιο μερακλής μπεκρής.
Ετυμολογία
μπεκρής < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική بكری (bekri) < περσική بکروی (bakrawī) < Μπεκρή Μουσταφά (Bekri Mustafa), μέθυσος που έζησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Δ΄ (1612‑1640) Κατά μία άποψη,κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική όπως προκύπτει από το μεσαιωνικό μπεκριλίκιν < και δείτε παραπάνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπεκρής | μπεκρήδες |
| Γενική | μπεκρή | μπεκρήδων |
| Αιτιατική | μπεκρή | μπεκρήδες |
| Κλητική | μπεκρή | μπεκρήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →