μπονάτσα
•
- ο καλός καιρός στη θάλασσα και ειδικότερα η ανυπαρξία ανέμου, η γαλήνη Βικιλεξικό
- Κ’ ἡ φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, ὅσον πάει κί πέφτ’. Ταχιά θά ‘χουμε καλωσύνη, μπονάτσα, κάλμα. Ὅλο κί καλωσ’νεύει, νά, τώρα καλωσύνεψε!
Ετυμολογία
μπονάτσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπονάτσα < βενετική bonazza ή ιταλική bonaccia < λατινική malacia με απώτατη αρχή την αρχαία ελληνική μαλακία → Δείτε την ετυμολογία της μεσαιωνικής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →