μποτάρισμα
•
- διαδικτυακή αργκόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μποτάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μποτάρισμα < μποτάρω + -ισμα < μποτ + κατάληξη -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική bot < robot < (άμεσο δάνειο) τσεχική robot < robota (εργασία, δουλειά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μποτάρισμα | — |
| Γενική | μποταρίσματος | — |
| Αιτιατική | μποτάρισμα | — |
| Κλητική | μποτάρισμα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →