Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μποτάρω

ρήμα
•
  1. διαδικτυακή αργκόχρησιμοποιώ πρόγραμμα μποταρίσματος (μποτ) που εκτελεί ενέργιες αυτόματα Βικιλεξικό
    • Στο καινούργιο οφίσιαλ σέρβερ η πλεονότητα των παικτών μποτάρουν κι έτσι το μποτάρισμα έχει γίνει πλέον κανονικό μέρος του παιχνιδιού.

Ετυμολογία

μποτάρω < μποτ + κατάληξη -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική bot < robot < (άμεσο δάνειο) τσεχική robot < robota (εργασία, δουλειά)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμποτάρωμποτάρειςμποτάρειμποτάρουμεμποτάρετεμποτάρουν / μποτάρουνε
Παρατατικόςμπόταραμπόταρεςμπόταρεμποτάραμεμποτάρατεμποτάραν / μποτάρανε / μπόταραν
Αόριστοςμποτάρισαμποτάρισεςμποτάρισεμποταρίσαμεμποταρίσατεμποτάρισαν / μποταρίσαν / μποταρίσανε
Μέλλονταςθα μποτάρω / θα μποταρίσωθα μποτάρεις / θα μποταρίσειςθα μποτάρει / θα μποταρίσειθα μποτάρουμε / θα μποταρίσουμεθα μποτάρετε / θα μποταρίσετεθα μποτάρουν / θα μποτάρουνε / θα μποταρίσουν / θα μποταρίσουνε
Παρακείμενοςέχω μποταρίσειέχεις μποταρίσειέχει μποταρίσειέχουμε μποταρίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μποταρίσειείχες μποταρίσειείχε μποταρίσειείχαμε μποταρίσει——
Υποτακτικήνα έχω μποταρίσει / να μποτάρω / να μποταρίσωνα έχεις μποταρίσει / να μποτάρεις / να μποταρίσειςνα έχει μποταρίσει / να μποτάρει / να μποταρίσεινα έχουμε μποταρίσει / να μποτάρουμε / να μποταρίσουμενα μποτάρετε / να μποταρίσετενα μποτάρουν / να μποτάρουνε / να μποταρίσουν / να μποταρίσουνε
Προστακτική—έχε μποταρισμένο / μποτάρισε / μπόταρε——μποτάρετε / μποταρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →