μπούκα
•
- όπλατο στόμιο, η οπή και το άνοιγμα, το άκρο της κάννης Βικιλεξικό
- η μπούκα του τουφεκιού, του κανονιού
- παρωχημένοσήραγγα Βικιλεξικό
- ανοίξανε μπούκα στο πηγάδι
- δουλεύει στις μπούκες του Λαυρίου
- λαϊκότροποη εκβολή ενός ποταμού Βικιλεξικό
- αργκότο στόμιο ή το κύριο άνοιγμα χώρου ο οποίος ανήκει σε άτομα με τα οποία έχουμε αντιθέσεις Βικιλεξικό
- αργκόη έφοδος, η ξαφνική και συχνά βίαιη είσοδος σε χώρο που, συνήθως, ανήκει σε αντίπαλους ή παράνομους, το μπουκάρισμα Βικιλεξικό
- ναυτικήη είσοδος και έξοδος ενός λιμανιού Βικιλεξικό
- με κεφαλαίο, τοπωνύμιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούκα < μεσαιωνική ελληνική μπούκα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούκα | μπούκες |
| Γενική | μπούκας | — |
| Αιτιατική | μπούκα | μπούκες |
| Κλητική | μπούκα | μπούκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →