μπούρμπερη
•
- η σκόνη, η στάχτη, η τέφρα Βικιλεξικό
- η πυρίτιδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούρμπερη < μεσαιωνική ελληνική πούλβερις < ιταλική polvere < λατινική pulvis (γενική: pulveris) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pel- (αλεύρι, σκόνη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούρμπερη | — |
| Γενική | μπούρμπερης | — |
| Αιτιατική | μπούρμπερη | — |
| Κλητική | μπούρμπερη | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →