Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταστροφή

/ka.ta.stɾoˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστρέφω Βικιλεξικό
    • πρόκληση καθολικής ή πολύ μεγάλης φθοράς σε αντικείμενο ή πρόσωπο
    • η πυρκαγιά προκάλεσε τεράστιες καταστροφές
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)
    • φαινόμενο ή γεγονός που προκαλεί μεγάλη φθορά ή αλλοίωση σε αντικείμενο ή πρόσωπο
    • η περιοχή χτυπήθηκε από σεισμούς και άλλες φυσικές καταστροφές
    • πρόσωπο που έχει αρνητική επίδραση σε άλλα πρόσωπα ή καταστάσεις
    • αυτός ο άνθρωπος ήταν η καταστροφή της
  2. η αποτυχία Βικιλεξικό
    • αν δεν οργανωθούμε σήμερα, αύριο θα αντιμετωπίζουμε την καταστροφή
    • (κατ’ επέκταση) ο αποτυχημένος, ο αδέξιος
    • από παιδί ήταν σκέτη καταστροφή
  3. αρχαΐζουσαστις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, η λύση της πλοκής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταστροφή < (ελληνιστική κοινή) καταστροφή "ξέκαμα" < αρχαία ελληνική καταστροφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταστροφήκαταστροφές
Γενικήκαταστροφήςκαταστροφών
Αιτιατικήκαταστροφήκαταστροφές
Κλητικήκαταστροφήκαταστροφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →