μπόρεση
•
- λογοτεχνικόη δυνατότητα να κατορθώσω Βικιλεξικό
- δέν έχω τη μπόρεση, δεν είναι της μπόρεσής μου
- μια μπόρεση του απόμενε: γονατιστός να πέφτει (Κωστής Παλαμάς, Η Φλογέρα του Βασιλιά (1909-10), Λόγος 8ος, στίχος 308)
Ετυμολογία
μπόρεση < μπορε- (μπορώ) + -ση και μεσαιωνική ελληνική μπόρεση, μπόρεσις, ἠμπόρεση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →