μυτίζω
•
- αρχική σημασίατσιμπάω με το ράμφος κάτι για να το φάω Βικιλεξικό
- Η Κρουστάλλω […] Ο νους της, γοργόφτερο πουλί κλεισμένο χρόνους και καιρούς στο κλουβί της δυστυχίας, επετούσε τώρα ελεύθερο στον γαλανόν αιθέρα, στη δροσά τ’ ουρανού και τη χάρη του ήλιου, εκαθόταν στ’ ακροκλώναρα των δέντρων, εμύτιζε τους γλυκόχυμους σπόρους κι έλεγε το τραγουδάκι του τρισευτυχισμένο. ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο Ζητιάνος, κεφάλαιο Ε, 1896, έκδοση τι 1897.
- κατ’ επέκτασηκάνω κάτι οξύ, φτιάχνω αιχμηρή μύτη σε ένα αντικείμενο ξύνοντάς το Βικιλεξικό
- μυτίζω το μολύβι, το μαχαίρι
Ετυμολογία
μυτίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μυτίζω (μυρίζω, πέφτω με τη μύτη) < μύτη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυτίζω | μυτίζεις | μυτίζει | μυτίζουμε | μυτίζετε | μυτίζουν / μυτίζουνε |
| Παρατατικός | μύτιζα | μύτιζες | μύτιζε | μυτίζαμε | μυτίζατε | μυτίζαν / μυτίζανε / μύτιζαν |
| Αόριστος | μύτισα | μύτισες | μύτισε | μυτίσαμε | μυτίσατε | μυτίσαν / μυτίσανε / μύτισαν |
| Μέλλοντας | θα μυτίζω / θα μυτίσω | θα μυτίζεις / θα μυτίσεις | θα μυτίζει / θα μυτίσει | θα μυτίζουμε / θα μυτίσουμε | θα μυτίζετε / θα μυτίσετε | θα μυτίζουν / θα μυτίζουνε / θα μυτίσουν / θα μυτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μυτίσει | έχεις μυτίσει | έχει μυτίσει | έχουμε μυτίσει | έχετε μυτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυτίσει | είχες μυτίσει | είχε μυτίσει | είχαμε μυτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυτίσει / να μυτίζω / να μυτίσω | να έχεις μυτίσει / να μυτίζεις / να μυτίσεις | να έχει μυτίσει / να μυτίζει / να μυτίσει | να έχουμε μυτίσει / να μυτίζουμε / να μυτίσουμε | να έχετε μυτίσει / να μυτίζετε / να μυτίσετε | να μυτίζουν / να μυτίζουνε / να μυτίσουν / να μυτίσουνε |
| Προστακτική | — | μύτιζε / μύτισε | — | — | μυτίζετε / μυτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →