μύηση
•
- η εισαγωγή ενός νέου μέλους (μύστη) σε θρησκευτική μυστική λατρεία, σε μυστήριο Βικιλεξικό
- η ένταξη ενός νέου μέλους σε μια κλειστή ομάδα μέσα από μια τελετή που μπορεί να περιλαμβάνει δοκιμασίες ή δέσμευση μέσω όρκου Βικιλεξικό
- η εισαγωγή μέσω της διδασκαλίας ενός νέου στα ενδότερα μιας τέχνης ή επιστήμης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μύη(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύηση | μυήσεις |
| Γενική | μύησης | μυήσεων |
| Αιτιατική | μύηση | μυήσεις |
| Κλητική | μύηση | μυήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →