νίβω
•
- πλένω το πρόσωπο ή/και τα χέρια μου με νερό Βικιλεξικό
- Τι θέλω εδώ; τι κάνω εδώ; σκεφτότανε, καθώς νιβότανε στο νιφτήρα. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])
- καθαρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαγνίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νίβω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή νίβω < αρχαία ελληνική νίζω, νίπτομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νίβω | νίβεις | νίβει | νίβουμε | νίβετε | νίβουν / νίβουνε |
| Παρατατικός | ένιβα | ένιβες | ένιβε | νίβαμε | νίβατε | ένιβαν / νίβαν / νίβανε |
| Αόριστος | ένιψα | ένιψες | ένιψε | νίψαμε | νίψατε | ένιψαν / νίψαν / νίψανε |
| Μέλλοντας | θα νίβω / θα νίψω | θα νίβεις / θα νίψεις | θα νίβει / θα νίψει | θα νίβουμε / θα νίψουμε | θα νίβετε / θα νίψετε | θα νίβουν / θα νίβουνε / θα νίψουν / θα νίψουνε |
| Παρακείμενος | έχω νίψει | έχεις νίψει | έχει νίψει | έχουμε νίψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νίψει | είχες νίψει | είχε νίψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νίψει / να νίβω / να νίψω | να έχεις νίψει / να νίβεις / να νίψεις | να έχει νίψει / να νίβει / να νίψει | να έχουμε νίψει / να νίβουμε / να νίψουμε | να νίβετε / να νίψετε | να νίβουν / να νίβουνε / να νίψουν / να νίψουνε |
| Προστακτική | — | νίβε / νίψε | — | — | νίβετε / νίψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →