ναυλώνω
•
- μισθώνω πλοίο ή αεροπλάνο, κλείνω συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου για να μεταφερθούν με αυτό εμπορεύματα ή επιβάτες για λογαριασμό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυλώνω < (ελληνιστική κοινή) ναυλόω / ναυλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ναυλώνω | ναυλώνεις | ναυλώνει | ναυλώνουμε | ναυλώνετε | ναυλώνουν / ναυλώνουνε |
| Παρατατικός | ναύλωνα | ναύλωνες | ναύλωνε | ναυλώναμε | ναυλώνατε | ναυλώναν / ναυλώνανε / ναύλωναν |
| Αόριστος | ναύλωσα | ναύλωσες | ναύλωσε | ναυλώσαμε | ναυλώσατε | ναυλώσαν / ναυλώσανε / ναύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα ναυλώνω / θα ναυλώσω | θα ναυλώνεις / θα ναυλώσεις | θα ναυλώνει / θα ναυλώσει | θα ναυλώνουμε / θα ναυλώσουμε | θα ναυλώνετε / θα ναυλώσετε | θα ναυλώνουν / θα ναυλώνουνε / θα ναυλώσουν / θα ναυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ναυλώσει | έχεις ναυλώσει | έχει ναυλώσει | έχουμε ναυλώσει | έχετε ναυλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ναυλώσει | είχες ναυλώσει | είχε ναυλώσει | είχαμε ναυλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ναυλώσει / να ναυλώνω / να ναυλώσω | να έχεις ναυλώσει / να ναυλώνεις / να ναυλώσεις | να έχει ναυλώσει / να ναυλώνει / να ναυλώσει | να έχουμε ναυλώσει / να ναυλώνουμε / να ναυλώσουμε | να έχετε ναυλώσει / να ναυλώνετε / να ναυλώσετε | να ναυλώνουν / να ναυλώνουνε / να ναυλώσουν / να ναυλώσουνε |
| Προστακτική | — | ναύλωνε / ναύλωσε | — | — | ναυλώνετε / ναυλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →