ναύλος
•
- ναυτικός όρος: το αντίτιμο της ναύλωσης πλοίου Βικιλεξικό
- το αντίτιμο ναύλωσης αεροπλάνου ή άλλου πτητικού μέσου Βικιλεξικό
- αν η ναύλωση αφορά κρατικό μέσο τότε το αντίτιμο - ναύλος μπορεί να είναι σε είδος, υπηρεσία, ή άλλο αντισταθμιστικό όφελος
- το χρηματικό ποσό που χρεώνει και εισπράττει ο μεταφορέας για να εκτελέσει μια μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναύλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ναῦλος
Άλλοι τύποι
ναύλαναύλεναύλοναύλοιναύλουναύλουςναύλων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →