Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοκλασικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον νεοκλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοκλασικιστικός < νεοκλασικισμός + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοκλασικιστικόςνεοκλασικιστικήνεοκλασικιστικό
Γενικήνεοκλασικιστικούνεοκλασικιστικήςνεοκλασικιστικού
Αιτιατικήνεοκλασικιστικόνεοκλασικιστικήνεοκλασικιστικό
Κλητικήνεοκλασικιστικένεοκλασικιστικήνεοκλασικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεοκλασικιστικοίνεοκλασικιστικέςνεοκλασικιστικά
Γενικήνεοκλασικιστικώννεοκλασικιστικώννεοκλασικιστικών
Αιτιατικήνεοκλασικιστικούςνεοκλασικιστικέςνεοκλασικιστικά
Κλητικήνεοκλασικιστικοίνεοκλασικιστικέςνεοκλασικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →