νεοτοποθετηθείς
•
- λόγιοπου τοποθετήθηκε πρόσφατα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοτοποθετηθείς < νεο- + τοποθετηθείς (μετοχή παθητικού αορίστου)
Άλλοι τύποι
νεοτοποθετηθέννεοτοποθετηθέντανεοτοποθετηθένταςνεοτοποθετηθέντεςνεοτοποθετηθέντοςνεοτοποθετηθέντωννεοτοποθετηθείςνεοτοποθετηθείσανεοτοποθετηθείσαςνεοτοποθετηθείσεςνεοτοποθετηθείσηςνεοτοποθετηθεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →