τοποθετώ
•
- βάζω κάποιον ή κάτι σε κατάλληλη θέση Βικιλεξικό
- Πού πρέπει να τοποθετήσω αυτό το βιβλίο;
- προδιορίζω κάτι στο χώρο και το χρόνο με βάση κάποια στοιχεία Βικιλεξικό
- οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τον αρχαίο οικισμό στα βόρεια της σημερινής πόλης
- για έργα δημιουργικής φαντασίας
- διορίζω, ορίζω κάποιον σε θέση ή αξίωμα Βικιλεξικό
- ο υπουργός τοποθέτησε στη θέση του γενικού γραμματέα του υπουργείου τον κύριο τάδε
- για χρήματαεπενδύω Βικιλεξικό
- τοποθέτησε όλα του τα χρήματα σε μετοχές υψηλού ρίσκου
- κατατάσσω/εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία Βικιλεξικό
- συνηθίζεται να τοποθετούμε τον Τέλλο Άγρα στους νεορομαντικούς ποιητές του μεσοπολέμου
Ετυμολογία
τοποθετώ < ελληνιστική κοινή τοποθετέω / τοποθετῶ < αρχαία ελληνική τόπος + τίθημι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική placer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τοποθετώ | τοποθετείς | τοποθετεί | τοποθετούμε | τοποθετείτε | τοποθετούν / τοποθετούνε |
| Παρατατικός | τοποθετούσα | τοποθετούσες | τοποθετούσε | τοποθετούσαμε | τοποθετούσατε | τοποθετούσαν / τοποθετούσανε |
| Αόριστος | τοποθέτησα | τοποθέτησες | τοποθέτησε | τοποθετήσαμε | τοποθετήσατε | τοποθέτησαν / τοποθετήσαν / τοποθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα τοποθετήσω / θα τοποθετώ | θα τοποθετήσεις / θα τοποθετείς | θα τοποθετήσει / θα τοποθετεί | θα τοποθετήσουμε / θα τοποθετούμε | θα τοποθετήσετε / θα τοποθετείτε | θα τοποθετήσουν / θα τοποθετήσουνε / θα τοποθετούν / θα τοποθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω τοποθετήσει | έχεις τοποθετήσει | έχει τοποθετήσει | έχουμε τοποθετήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τοποθετήσει | είχες τοποθετήσει | είχε τοποθετήσει | είχαμε τοποθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τοποθετήσει / να τοποθετήσω / να τοποθετώ | να έχεις τοποθετήσει / να τοποθετήσεις / να τοποθετείς | να έχει τοποθετήσει / να τοποθετήσει / να τοποθετεί | να έχουμε τοποθετήσει / να τοποθετήσουμε / να τοποθετούμε | να τοποθετήσετε / να τοποθετείτε | να τοποθετήσουν / να τοποθετήσουνε / να τοποθετούν / να τοποθετούνε |
| Προστακτική | — | τοποθέτει / τοποθέτησε | — | — | τοποθετήστε / τοποθετείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τοποθετούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →