Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεροποντή

/ne.ɾo.ponˈdi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βροχή που πέφτει με δύναμη και έχει διάρκεια Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο υδάτινο ρεύμα που σχηματίζεται από τα νερά μιας νεροποντής και κυλάει ορμητικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεροποντή < νερο- + ποντίζω + -ή (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεροποντήνεροποντές
Γενικήνεροποντήςνεροποντών
Αιτιατικήνεροποντήνεροποντές
Κλητικήνεροποντήνεροποντές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →