νεροποντή
•
- βροχή που πέφτει με δύναμη και έχει διάρκεια Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο υδάτινο ρεύμα που σχηματίζεται από τα νερά μιας νεροποντής και κυλάει ορμητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεροποντή < νερο- + ποντίζω + -ή (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεροποντή | νεροποντές |
| Γενική | νεροποντής | νεροποντών |
| Αιτιατική | νεροποντή | νεροποντές |
| Κλητική | νεροποντή | νεροποντές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →