Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πόντος

/ˈpo(n).dos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θάλασσα Βικιλεξικό
    • Ὁ αὐλὸς τῶν πτωχῶν μας ποιμένων
    • χαιρετῶν τοῦ Ἡλίου τὸν δίσκον,
    • ἢ τοῦ πόντου τὸ κῦμ' ἀφρισμένον,
    • κ' εἰς τὴν ἄμμον μὲ ψίθυρον θνῆσκον;
    • (Ζαν Μορεάς, Προς την αηδόνα), Aπό την συλλογή «Τρυγόνες και έχιδναι», 1878)
  2. εκατοστό του μέτρου Βικιλεξικό
    • Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το βαρύ εργαλείο πρέπει να το μπάσει μέσα στη φυλακή (Κυριάκος Τσακίρης, Βούρλα: Η μεγάλη απόδραση, εκδόσεις Οδυσσέας, 1994, σελ. 129)
  3. βαθμός που αυξάνει το σκορ σε άθλημα, χαρτοπαίγνιο κλπ Βικιλεξικό
  4. στο πλέξιμομια θηλιά Βικιλεξικό
    • 2023 Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης
    • και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο

Ετυμολογία

πόντος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόντος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπόντοςπόντοι
Γενικήπόντουπόντων
Αιτιατικήπόντοπόντους
Κλητικήπόντεπόντοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →