ποντίζω
•
- λόγιοβυθίζω κάτι σε νερό (θάλασσα κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποντίζω < αρχαία ελληνική ποντίζω < πόντος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ποντίζω | ποντίζεις | ποντίζει | ποντίζουμε | ποντίζετε | ποντίζουν / ποντίζουνε |
| Παρατατικός | πόντιζα | πόντιζες | πόντιζε | ποντίζαμε | ποντίζατε | ποντίζαν / ποντίζανε / πόντιζαν |
| Αόριστος | πόντισα | πόντισες | πόντισε | ποντίσαμε | ποντίσατε | ποντίσαν / ποντίσανε / πόντισαν |
| Μέλλοντας | θα ποντίζω / θα ποντίσω | θα ποντίζεις / θα ποντίσεις | θα ποντίζει / θα ποντίσει | θα ποντίζουμε / θα ποντίσουμε | θα ποντίζετε / θα ποντίσετε | θα ποντίζουν / θα ποντίζουνε / θα ποντίσουν / θα ποντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ποντίσει | έχεις ποντίσει | έχει ποντίσει | έχουμε ποντίσει | έχετε ποντίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ποντίσει | είχες ποντίσει | είχε ποντίσει | είχαμε ποντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ποντίσει / να ποντίζω / να ποντίσω | να έχεις ποντίσει / να ποντίζεις / να ποντίσεις | να έχει ποντίσει / να ποντίζει / να ποντίσει | να έχουμε ποντίσει / να ποντίζουμε / να ποντίσουμε | να έχετε ποντίσει / να ποντίζετε / να ποντίσετε | να ποντίζουν / να ποντίζουνε / να ποντίσουν / να ποντίσουνε |
| Προστακτική | — | πόντιζε / πόντισε | — | — | ποντίζετε / ποντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →