νευροπαθητικός
•
- ιατρικήπου αφορά πόνο που προκαλείται από δυσλειτουργία ή βλάβη του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος Βικιλεξικό
- ιατρικήπου έχει σχέση με νευροπάθεια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νευροπαθητικός < νευρο- + παθητικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευροπαθητικός | νευροπαθητική | νευροπαθητικό |
| Γενική | νευροπαθητικού | νευροπαθητικής | νευροπαθητικού |
| Αιτιατική | νευροπαθητικό | νευροπαθητική | νευροπαθητικό |
| Κλητική | νευροπαθητικέ | νευροπαθητική | νευροπαθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευροπαθητικοί | νευροπαθητικές | νευροπαθητικά |
| Γενική | νευροπαθητικών | νευροπαθητικών | νευροπαθητικών |
| Αιτιατική | νευροπαθητικούς | νευροπαθητικές | νευροπαθητικά |
| Κλητική | νευροπαθητικοί | νευροπαθητικές | νευροπαθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →