Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευροπαθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου αφορά πόνο που προκαλείται από δυσλειτουργία ή βλάβη του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου έχει σχέση με νευροπάθεια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νευροπαθητικός < νευρο- + παθητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροπαθητικόςνευροπαθητικήνευροπαθητικό
Γενικήνευροπαθητικούνευροπαθητικήςνευροπαθητικού
Αιτιατικήνευροπαθητικόνευροπαθητικήνευροπαθητικό
Κλητικήνευροπαθητικένευροπαθητικήνευροπαθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευροπαθητικοίνευροπαθητικέςνευροπαθητικά
Γενικήνευροπαθητικώννευροπαθητικώννευροπαθητικών
Αιτιατικήνευροπαθητικούςνευροπαθητικέςνευροπαθητικά
Κλητικήνευροπαθητικοίνευροπαθητικέςνευροπαθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →