Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεωλκείο

/ne.olˈci.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. επίσημοεπικλινής κατασκευή ή ανάλογη διαμόρφωση της ακτής ή του λιμανιού όπου στηρίζεται και γλιστράει ειδική ναυπηγική σχάρα πάνω στην οποία κατασκευάζονται, επισκευάζονται, βάφονται ή καθαρίζονται πλοία ή σκάφη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεωλκείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα νεωλκεῖον < αρχαία ελληνική νεωλκ(ός) + -εῖον > -είο. :* στην ελληνιστική κοινή: νεώλκιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεωλκείονεωλκεία
Γενικήνεωλκείουνεωλκείων
Αιτιατικήνεωλκείονεωλκεία
Κλητικήνεωλκείονεωλκεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →