νεωλκώ
•
- λόγιοσύρω, ανελκύω πλοίο στην ξηρά, όπως για επισκευές στο νεώλκιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεωλκώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νεωλκῶ, συνηρημένος τύπος του νεωλκέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νεωλκώ | νεωλκείς | νεωλκεί | νεωλκούμε | νεωλκείτε | νεωλκούν / νεωλκούνε |
| Παρατατικός | νεωλκούσα | νεωλκούσες | νεωλκούσε | νεωλκούσαμε | νεωλκούσατε | νεωλκούσαν / νεωλκούσανε |
| Αόριστος | νεώλκησα | νεώλκησες | νεώλκησε | νεωλκήσαμε | νεωλκήσατε | νεωλκήσαν / νεωλκήσανε / νεώλκησαν |
| Μέλλοντας | θα νεωλκήσω / θα νεωλκώ | θα νεωλκήσεις / θα νεωλκείς | θα νεωλκήσει / θα νεωλκεί | θα νεωλκήσουμε / θα νεωλκούμε | θα νεωλκήσετε / θα νεωλκείτε | θα νεωλκήσουν / θα νεωλκήσουνε / θα νεωλκούν / θα νεωλκούνε |
| Παρακείμενος | έχω νεωλκήσει | έχεις νεωλκήσει | έχει νεωλκήσει | έχουμε νεωλκήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νεωλκήσει | είχες νεωλκήσει | είχε νεωλκήσει | είχαμε νεωλκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νεωλκήσει / να νεωλκήσω / να νεωλκώ | να έχεις νεωλκήσει / να νεωλκήσεις / να νεωλκείς | να έχει νεωλκήσει / να νεωλκήσει / να νεωλκεί | να έχουμε νεωλκήσει / να νεωλκήσουμε / να νεωλκούμε | να νεωλκήσετε / να νεωλκείτε | να νεωλκήσουν / να νεωλκήσουνε / να νεωλκούν / να νεωλκούνε |
| Προστακτική | — | νεώλκησε | — | — | νεωλκήστε / νεωλκείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
νεωλκήθηκανεωλκούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →