Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεόπτωχος

/neˈo.pto.xs/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πρόσφατα, ξαφνικά και παρ' ελπίδα έγινε φτωχός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεόπτωχος < νέος + -ο- + πτωχός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεόπτωχοςνεόπτωχηνεόπτωχο
Γενικήνεόπτωχουνεόπτωχηςνεόπτωχου
Αιτιατικήνεόπτωχονεόπτωχηνεόπτωχο
Κλητικήνεόπτωχενεόπτωχηνεόπτωχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεόπτωχοινεόπτωχεςνεόπτωχα
Γενικήνεόπτωχωννεόπτωχωννεόπτωχων
Αιτιατικήνεόπτωχουςνεόπτωχεςνεόπτωχα
Κλητικήνεόπτωχοινεόπτωχεςνεόπτωχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →