Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηπιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με νήπιο, ταιριάζει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή προορίζεται γι’ αυτό Βικιλεξικό
    • ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)

Ετυμολογία

νηπιακός < νήπιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηπιακόςνηπιακήνηπιακό
Γενικήνηπιακούνηπιακήςνηπιακού
Αιτιατικήνηπιακόνηπιακήνηπιακό
Κλητικήνηπιακένηπιακήνηπιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηπιακοίνηπιακέςνηπιακά
Γενικήνηπιακώννηπιακώννηπιακών
Αιτιατικήνηπιακούςνηπιακέςνηπιακά
Κλητικήνηπιακοίνηπιακέςνηπιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →