Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νησιώτης

/niˈsço.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κατάγεται ή κατοικεί σε ένα νησί Βικιλεξικό
    • Χτένια, τσατσάραις, καθρεφτάκια, ξουράφια, βελόνια, σουγιάδες! ἔκραζε κυφός νησιώτης περιάγων τὸ ἀπὸ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ ἐκκρεμὲς ἐμπορικὸν κατάστημα. (Εστία, τόμος 25ος, Αθήνα, 1888, σελ. 101 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/jkoOAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82&pg=PA101&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

νησιώτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νησιώτης Συγχρονικά αναλύεται σε νήσ(ος), νησ(ί) + -ιώτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνησιώτηςνησιώτες
Γενικήνησιώτηνησιωτών
Αιτιατικήνησιώτηνησιώτες
Κλητικήνησιώτηνησιώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →