νησιώτης
•
- που κατάγεται ή κατοικεί σε ένα νησί Βικιλεξικό
- Χτένια, τσατσάραις, καθρεφτάκια, ξουράφια, βελόνια, σουγιάδες! ἔκραζε κυφός νησιώτης περιάγων τὸ ἀπὸ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ ἐκκρεμὲς ἐμπορικὸν κατάστημα. (Εστία, τόμος 25ος, Αθήνα, 1888, σελ. 101 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/jkoOAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82&pg=PA101&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
νησιώτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νησιώτης Συγχρονικά αναλύεται σε νήσ(ος), νησ(ί) + -ιώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νησιώτης | νησιώτες |
| Γενική | νησιώτη | νησιωτών |
| Αιτιατική | νησιώτη | νησιώτες |
| Κλητική | νησιώτη | νησιώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →