νησιώτικος
•
- οικείοπου αναφέρεται στους νησιώτες και τα νησιά Βικιλεξικό
- οι νησιώτικοι χοροί είναι ζωηροί και χαρούμενοι
- μας μαγεύει η νησιωτική αρχιτεκτονική του Αιγαίου, με τα χαρακτηριστικά νησιώτικα κάτασπρα σπιτάκια της, τα γαλάζια χρώματα, τις καμάρες...
Ετυμολογία
νησιώτικος < νησιωτικός με μετακίνηση του τόνου σε πιο οικείο ύφος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νησιώτικος | νησιώτικη | νησιώτικο |
| Γενική | νησιώτικου | νησιώτικης | νησιώτικου |
| Αιτιατική | νησιώτικο | νησιώτικη | νησιώτικο |
| Κλητική | νησιώτικε | νησιώτικη | νησιώτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νησιώτικοι | νησιώτικες | νησιώτικα |
| Γενική | νησιώτικων | νησιώτικων | νησιώτικων |
| Αιτιατική | νησιώτικους | νησιώτικες | νησιώτικα |
| Κλητική | νησιώτικοι | νησιώτικες | νησιώτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →