νιόπαντρος
•
- που πρόσφατα παντρεύτηκε Βικιλεξικό
- Οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι στο ζευγάρι για να ριζώσει η νέα οικογένεια. Με την εκφώνηση του παπά: «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα», οι νιόπαντροι συναγωνίζονται ποιος θα πατήσει πρώτος το πόδι του άλλου, πράγμα που θα είναι σημάδι ότι αυτός θα υπερτερεί του άλλου στη μετέπειτα ζωή των νιόπαντρων. Συνήθως, ο γαμπρός αφήνει τη νύφη να του πατήσει το πόδι σε απόδειξη λεβεντιάς και γενναιοδωρίας. (Χρήστος Φράγκος, Τζένη Αλβαράντο-Φράγκου, Ήπειρος-Βόρεια Ήπειρος, Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια: Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτιστικά Μνημεία, Τουρισμός, 2010, σελ. 86)
Ετυμολογία
νιόπαντρος < νιο- + παντρειά + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νιόπαντρος | νιόπαντρη | νιόπαντρο |
| Γενική | νιόπαντρου | νιόπαντρης | νιόπαντρου |
| Αιτιατική | νιόπαντρο | νιόπαντρη | νιόπαντρο |
| Κλητική | νιόπαντρε | νιόπαντρη | νιόπαντρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νιόπαντροι | νιόπαντρες | νιόπαντρα |
| Γενική | νιόπαντρων | νιόπαντρων | νιόπαντρων |
| Αιτιατική | νιόπαντρους | νιόπαντρες | νιόπαντρα |
| Κλητική | νιόπαντροι | νιόπαντρες | νιόπαντρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →